H φράση «πίστευε και μη ερεύνα» είναι μια συνήθης στερεότυπη φράση που χρόνια τώρα δημιουργεί πολλές συζητήσεις σχετικά με την ορθότητα και την γνησιότητα της. Η κατηγόρια προς τους χριστιανούς ότι ενστερνίζονται το «πίστευε και μη ερεύνα» είναι αρχαία και καθόλου σύγχρονη, όπως διατείνονται ορισμένοι, η φράση συναντάται για πρώτη φορά το έτος 248 μ.Χ. στο έργο, του εκκλησιαστικού πατέρα Ωριγένη, «κατά Κέλσου», στο οποίο ο Ωριγένης μας μεταφέρει τα λόγια του φιλοσόφου Κέλσου που κατηγορεί τους χριστιανούς ότι ασπάζονται το "Μὴ ἐξέταζε ἀλλὰ πίστευσον"[1]. Οι αντιρρήσεις που προβάλλονται από τους πιστούς και την εκκλησία είναι έντονες και βασίζονται κυρίως σε τρία επιχειρήματα, ότι:
Α) Η φράση δεν απαντάται πουθενά στην εκκλησιαστική γραμματεία.
Β) Η φράση είναι αντίθετη με τον λόγο του ευαγγελίου «Ερευνάτε τας γραφάς[2]».
Γ) Η ορθή φράση δεν είναι «πίστευε, και μη ερεύνα» αλλά «πίστευε και μη, ερεύνα».
Ας εξετάσουμε εν συντομία τα παραπάνω επιχειρήματα. Σχετικά με το πρώτο, βλέπουμε ότι δεν είναι αληθές διότι η φράση υπάρχει ήδη σε κείμενο από τον 3 μ.Χ. αιώνα. Εκτός όμως από το απόσπασμα του Ωριγένη, υπάρχει πλήθος σχετικών αποσπασμάτων από πατερικά κείμενα, ενδεικτικά παραθέτονται δυο από αυτά:
Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «μὴ ἀμφίβαλλε τοῖς παρὰ τῶν πατέρων δεδοκιμασμένοις, ἀλλὰ φοβοῦ, καὶ ἀνεξετάστως πίστευσον. Μᾶλλον μὲν οὖν πίστευε, καὶ μὴ πολυπραγμόνει.»[3]
Μέγας Αθανάσιος : «ἀλλ᾽ ὡς γέγραπται, πιστευέτω καὶ μὴ λεγέτω· Διὰ τί οὕτως καὶ μὴ οὕτως; ἵνα μὴ τοιαῦτα διαλογιζόμενος, ἄρξηται με λετᾷν καὶ λέγειν· Ποῦ οὖν ἐστιν ὁ Θεὸς, καὶ πῶς ἐστι; καὶ λοιπὸν ἀκούσει·»[4]
Όσο για αυτούς που επικαλούνται την φράση: «Ερευνάτε τας γραφάς», μάλλον είναι ημιμαθείς ή κακόβουλοι, διότι το σχετικό εδάφιο, σε μετάφραση, αναφέρει: «Ερευνάτε τις γραφές, επειδή εσείς νομίζετε ότι μέσα σ' αυτές έχετε αιώνια ζωή· και ότι εκείνες είναι που δίνουν μαρτυρία για μένα.». Δηλαδή δεν υποστηρίζει ή παροτρύνει την ερευνά των γραφών, απλά είναι μέρος μιας πρότασης με εντελώς άσχετο νόημα. Το τελευταίο επιχείρημα με τα σημεία στίξης είναι ένα εντελώς αστήριχτο μύθευμα, φονταμενταλιστικής προέλευσης (πιθανώς προερχόμενο από κύκλους του Αγίου Όρους) που δεν έχει καμία απολύτως τεκμηρίωση.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι το πίστευε και μη ερεύνα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της χριστιανικής πίστης, άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος μας λέει: «μακαριοι οι μη ιδοντες και πιστευσαντες». Το γνωσιολογικό πεδίο της χριστιανικής θεολογίας εμπεριέχει την έννοια της πίστης, και αυτή η ίδια η πίστη αποκλείει την ερευνά από το πεδίο της. Η ερευνά έχει θέση θεολογία ως επιστημονική μέθοδος, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το πεδίο της θεολογίας είναι ο άκτιστος κόσμος, και ως εκ τούτου η πίστη είναι απαραίτητη.
[1] Origenes Contra Celsum 1.9: «Ως γὰρ ἐν ἐκείνοις πολλάκις μοχθηροὶ ἄνθρωποι ἐπιβαίνοντες τῇ ἰδιωτείᾳ τῶν εὐεξαπατήτων ἄγουσιν αὐτοὺς ᾗ βούλονται, οὕτως φησὶ καὶ ἐν τοῖς Χριστιανοῖς γίνεσθαι. Φησὶ δέ τινας μηδὲ βουλομένους διδόναι ἢ λαμβάνειν λόγον περὶ ὧν πιστεύουσι χρῆσθαι τῷ "Μὴ ἐξέταζε ἀλλὰ πίστευσον" καὶ "Ἡ πίστις σου σώσει σε." Καί φησιν αὐτοὺς λέγειν·»
[2] Ιωαν. 40:39
[3] Oratio de hypapante 74.21
[4] Epistulae quattuor ad Serapionem 26.644
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου