Πέμπτη, 21 Απριλίου 2011

Η συμβολή του Ελληνικού πνεύματος στην επιστημονική μελέτη της Γλώσσας

Η ελληνική γλώσσα εκτός από γλώσσα που οροθέτησε τις επιστήμες και τη φιλοσοφία, την ποίηση και τη μουσική, τα μαθηματικά και την ιατρική, το θέατρο και τον αθλητισμό, την αστρονομία και την τεχνολογία, το είναι και το γίγνεσθαι της ευρωπαϊκής και δυτικής διανόησης, είναι ακόμα η γλώσσα η οποία θεμελίωσε την γλωσσική επιστήμη (δηλαδή την Γλωσσολογία) όπως την γνωρίζουμε σήμερα. Οι αρχαίοι Έλληνες μελέτησαν την γλώσσα βάσει όλων των επιπέδων ανάλυσής της, δηλαδή, το φωνολογικό σύστημα, την άρθρωση και πρόσληψη των φθόγγων (φωνητική), το σχηματισμό λέξεων (μορφολογία) και φράσεων και προτάσεων (σύνταξη), τη σημασία των γλωσσικών εκφράσεων (σημασιολογία), καθώς και τη χρήση της γλώσσας (πραγματολογία).


Η Γλωσσολογία στην αρχαία Ελλάδα αρχικά αναπτύχθηκε από τις ανάγκες της πρακτικής και αργότερα άρχισε να γίνεται αντικείμενο θεωρητικής γενίκευσης. Στην Ελλάδα μπαίνουν οι βάσεις της Λογικής με την οποία συνδέεται στενά και η μελέτη της γραμματικής. Ο Πλάτων (4-5 αι.) στο διάλογο του «Κρατύλος» ερευνά το πρόβλημα για την προέλευση της σχέσης μεταξύ της λέξης και του σημαινομένου και στο διάλογο «Σοφιστής» θεμελιώνει ουσιαστικά τη γενική διδασκαλία για τις σχέσεις των διαφόρων κατηγοριών λέξεων δηλαδή τη γραμματική. Συστηματική έρευνα της γραμματικής έγινε στον 4 αι. από τον Αριστοτέλη που ήταν ταυτόχρονα και ιδρυτής της λογικής. Ακλουθώντας τη διδασκαλία του Πλάτωνα, σύμφωνα με την οποία η λέξη δεν υπάρχει έξω από την κρίση, ο Αριστοτέλης, πρώτος αντιμετωπίζει το πρόβλημα του γραμματικού τύπου αναπτύσσει τη θεωρία για τα μέρη του λόγου, τα οποία χαρακτηρίζει σαν ξεχωριστές από γραμματική άποψη κατηγορίες λέξεων, και εξετάζει ορισμένες γραμματικές κατηγορίες. Στον Αριστοτέλη οφείλεται η δημιουργία της λεγομένης λογικής γραμματικής. Πολλές γραμματικές έννοιες του όρου, που χαρακτηρίζουν την σημερινή επιστήμη της γραμματικής, τόσο τη ελληνική όσο και τη δυτικοευρωπαϊκή αλλά και την ρώσικη, καθιερώθηκαν για πρώτη φορά από τον Αριστοτέλη. Ο ιδρυτής και αρχηγός της Στωικής Σχολής των Ελλήνων φιλοσόφων ο Ζήνων ο Κιτευς (334-264 π.Χ.) προσδιόριζε τις πέντε αρετές του λόγου ως εξής :
Πρώτη αρετή ήταν ο Ελληνισμός, δηλαδή η διατήρηση της γλωσσικής καθαρότητας από τις ξένες βάρβαρες και χυδαίες λέξεις.
Δεύτερη αρετή ήταν η σαφήνεια, που αποτελεί λεκτικό ύφος δια του οποίου παρουσιάζονται οι σκέψεις κατά τρόπο κατανοητό και σαφή.
Τρίτη αρετή ήταν η συντομία, που σημαίνει την χρησιμοποίηση των απαραίτητων λέξεων για την πραγμάτευση ενός θέματος.
Τέταρτη αρετή ήταν η κυριολεξία, κατά την οποία μεταχειριζόμαστε λέξεις κατάλληλες και συγγενείς προς το θέμα που πραγματευόμαστε.
Πέμπτη αρετή ήταν η κατασκευή, που σημαίνει τον έντεχνο λόγο που δεν έχει ιδιωματισμούς.[1]

Η Ελληνική γλώσσα φτάνει στο ανώτερο σημείο της θεωρητικής ανάπτυξης της στην ελληνιστική περίοδο, όταν κέντρο της επιστημονικής σκέψης γίνεται η Αλεξάνδρεια. Στην εποχή αυτή διαμορφώνεται οριστικά το σύστημα της γραμματικής. Στο σύστημα του Διονυσίου από τη Θράκη περιλαμβάνονται πληροφορίες για τη φωνητική και τη μορφολογία της γλώσσας, ο Διονύσιος συνέγραψε το πρώτο πλήρες εγχειρίδιο γραμματικής το Τέχνη γραμματική, το οποίο χρησίμευσε ως πρότυπο γραμματικής στους Ρωμαίους και δι’ αυτών και εις τους νεώτερους ευρωπαϊκούς λαούς[2]. Όμως αυτός που έμελε να είναι ουσιαστικά ο δημιουργός του συντακτικού (του πρώτου παγκοσμίως)[3] είναι ο Απολλώνιος ο Δύσκολος όπου έζησε κατά τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. στην Αλεξάνδρεια, ο Απολλώνιος έγραψε πλήθος έργων που ασχοληθήκαν ενδελεχώς με την μελέτη της γλώσσας, τα σημαντικότερα ήταν : Περί αντωνυμιών, Περί επιρρημάτων, Περί συνδέσμων, Περί συντάξεως σε 4 βιβλία, Περί μερισμού των του λόγου μερών (4 βιβλία), Περί ονομάτων, ήτοι ονοματολογικόν, Περί ρημάτων, ήτοι ρηματικόν (5 βιβλία). Στην Αλεξανδρινή περίοδο ανήκει η θεωρία για την ανωμαλία (την έλλειψη αυστηρών νομοτελειών στη γλώσσα) και την αναλογία (την κυριαρχία αυστηρών νομοτελειών στη γλώσσα), την οποία επεξεργάσθηκε ο Αρίσταρχος, μαθητής του Διονύσου από τη Θράκη.

Η γλωσσική μελέτη συνεχιστικέ και στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, όπου οι μεγάλοι γραμματικοί του βυζαντίου συνέταξαν πλήθος σχολίων που αφορούσαν τα υπάρχοντα γραμματολογικά έργα, και μας έδωσαν μεγάλο αριθμό λεξικών καθώς και πλούσιες λίστες-καταλόγους με ουσιαστικά και ρήματα. Εκτός από τα παραπάνω έχουμε και αξιόλογα ειδικευμένα έργα όπως το Μέθοδος περί της του λόγου συντάξεως του Μιχαήλ Συγκέλλου του Ιεροσολυμίτη (9ος αι. μ.Χ.) όπου θεωρείται το αρχαιότερο βυζαντινό συντακτικό. Στην συνέχεια ο Γρηγόριος ο Πάρδος επίσκοπος Κορίνθου (12-13ος αι. μ.Χ.), συνέγραψε το Περί συντάξεως του λόγου ήτοι μη σολοικίζειν το οποίο ανέλυε τα γλωσσικά λάθη. Ο Πατριάρχης Ιωάννης ο ΙΓ΄, ο επονομαζόμενος Γλυκύς ή Γλυκάς, συνέγραψε το Περί ορθότητος συντάξεως όπου ασχολείτο με τις πτώσεις, τις μετοχές, καθώς και με τα προβλήματα του σολοικισμού και του βαρβαρισμού, όμως το πιο πρωτότυπο μέρος της μελέτης του ήταν αυτό που αφορούσε στην κατασκευή προτάσεων στην δοτική πτώση, όπου διετύπωσε προτάσεις απολύτως πρωτότυπες. Όμως αδιαμφισβήτητα η πιο διακεκριμένη αυθεντία στην γλωσσική επιστήμη του βυζαντινού κόσμου υπήρξε ο Μάξιμος Πλανούδης (1260-1310). Ο Πλανούδης ήταν λόγιος μοναχός και συγγραφέας και πάρα τα μόλις 50 χρόνια του συντόμου βίου του μας κληροδότησε πλουσιότατο έργο σε πολλούς τομείς, στην Γεωγραφία (προωθώντας την Γεωγραφία του Πτολεμαίου) στα μαθηματικά (σχολιάζοντας τα έργα του Ευκλείδη, του Διοφάντου, του Πτολεμαίου και του Αράτου), στην θεολογία συγγράφοντας ειδική πραγματεία εναντίον της προσθήκης του Filioque, στην μετάφραση μεταφράζοντας από λατινικά πλήθος σημαντικών έργων, ακόμα στο έργο του Ψηφοφορία κατ’ Ινδούς θα εισάγει για πρώτη φορά στην Ελλάδα το σύμβολο 0 από την Ινδία[4] γενικά μπορούμε να πούμε ότι ο Πλανούδης υπήρξε φορέας και εκφραστής της παλαιολόγιας αναγέννησης των κλασσικών ελληνικών σπουδών, τόσο στον Βυζαντινό κόσμο όσο και στην Δύση. Όμως σημαντικότερη υπήρξε η συμβολή του στην φιλολογία και ειδικότερα στην γλωσσολογία. Έγραψε τα έργα Διάλογοι περί γραμματικής (γραμμένο με ύφος παραπλήσιο των πλατωνικών διαλόγων) και Περί συντάξεως. Τέλος ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στους τελευταίους βυζαντινούς γραμματικούς οι οποίοι αφιέρωσαν μεγάλο μέρος της ζωής τους στην Ιταλία διδάσκοντας την Ελληνική γλώσσα και γραμματική, όπως ο Χρυσολωράς (1353 - 1415), ο Λάσκαρης (15ος αι.), και Θεόδωρος της Γάζας (15ος αι.). Αυτοί ήταν συντάκτες των κυριότερων βιβλίων ελληνικής γραμματικής που έφεραν την κλασική Ελληνική γλώσσα πίσω στην Ιταλία και από εκεί στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Ετυμολογία
Η ετυμολογία των λέξεων, δηλαδή η αναζήτηση των αρχικών ριζών και κατά συνεπεία η εύρεση της πρωταρχικής σημασίας αυτών ήτοι του έτυμου αυτών, απασχόλησε του αρχαίους Έλληνες ήδη από την εποχή του Ομήρου, ο οποίος μας παραδίδει την ετυμολογία του ονόματος του Οδυσσέα εκ του οδυσσάμενος (Οδ. τ 407). Η ετυμολογία ως τεχνικός όρος της Γλωσσολογίας καθορίστηκε από τους αρχαίους Έλληνες, και μας διασώζετε ήδη από τους προσωκρατικούς,[5] το πρώτο δε έργο ετυμολογικού περιεχομένου ήταν αυτό του Ηρακλείδη του Ποντικού (4ος π.Χ. αι.) με τον τίτλο Περί ετυμολογιών, ακλούθησε το έργο του Απολλόδωρου του Αθηναίου (2ος π.Χ. αι.) και Δημητρίου του Ιξίων εκ Περγάμου (2ος π.Χ. αι.) με τίτλο Ετυμολογούμενα ή Περί ετυμολογιών. Κατά τους αιώνες που ακλούθησαν συντάχθηκαν και τα πρώτα ετυμολογικά λεξικά με βασικότερα τα ακόλουθα: Ωριωνος του εκ Θηβων Αιγυπτου (5ος μ.Χ. αι.), Etymologioum Genuinum (9ος μ.Χ. αι.), Το Γουδιανόν Ετυμολογικόν (περι τον 11ον μ.Χ. αι.), Το Μέγα Ετυμολογικόν ή Μέγας Ετυμολόγος (περί τον 11ον μ.Χ. αι.), και Το Ετυμολογικον του Συμεώνος (12ος μ.Χ. αι.)[6].
Η αιτιώδης (μη συμβατική) σχέση λέξης και πράγματος στην Ελληνική γλώσσα.
Η Ελληνική είναι η μόνη αιτιώδης γλώσσα, δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ του δηλουμένου φαινομένου ή γεγονότος ή ιδέας (αίτιον) και της δηλώσεως των δια ονόματος. Αυτό το χαρακτηριστικό της Ελληνικής την καθιστά την μοναδική νοηματική γλώσσα, όπως μας λέει ο καθηγητής Παναγιώτης Κυριακόπουλος : δηλαδή εν-νοείται δι’ αυτής το νο-ούμενον και η εν-νο-ια του, π.χ. η λέξη νό-μος σημαίνει το νο-ηθέν ως ορθή δια-νο-μη, κα-τα-νο-μή, από-νο-μή του θεωρημένου ως ορθού και δικαίου...Για αυτόν τον λόγο και ο Πλάτων αποκαλεί τον νομόν «διανομήν του νου».[7]


[1] Διογένης Λαέρτιος, «Βίοι φιλοσόφων», Ζ, 2, 59.
[2] Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαιδεία, Εκδ. Πυρσός, Αθήναι 1929, τομ.8, Σελ 592-93.
[3] Το συντακτικό είναι εύρημα της ελληνικής διανόησης, οι προγενέστεροι λαοί, όπως οι Ινδοί δεν ανάλυσαν την σύνταξη.
[4] Στο ίδιο έργο και περιλαμβάνει και μια πρωτότυπη μέθοδο υπολογισμού της τετραγωνικής ρίζας.
[5] Βλ. Diel – Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker, A 10 (1,386.14 κ.ε.)
[6] Βλ. J.B. Hofmann, Ετυμολογικόν Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής, Αθήνα 1974, σελ. ια’.
[7] Δρ. Παναγιώτης Ι. Κυριακόπουλος, Η Ελληνική Γλώσσα, Η Πατρίδα του Πολιτισμού, Αθήνα 2008, εκδ. Σύγχρονη εκδοτική, σελ. 42.

Δεν υπάρχουν σχόλια: